σαρδιανός

και ιων. τ. σαρδιηνός, -ή, -όν, Α
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στις Σάρδεις
2. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ Σαρδιανοί
οι κάτοικοι τών Σάρδεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σάρδεις + κατάλ. -ιανός (πρβλ. Καυκασ-ιανός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σαρδιανός — Σαρδιᾱνός , Σάρδεις masc nom sg Σαρδιανός masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδιανά — Σαρδιᾱνά , Σάρδεις neut nom/voc/acc pl Σαρδιᾱνά̱ , Σάρδεις fem nom/voc/acc dual Σαρδιᾱνά̱ , Σάρδεις fem nom/voc sg (doric aeolic) Σαρδιανός neut nom/voc/acc pl Σαρδιανά̱ , Σαρδιανός fem nom/voc/acc dual Σαρδιανά̱ , Σαρδιανός fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδιανῶν — Σαρδιᾱνῶν , Σάρδεις fem gen pl Σαρδιᾱνῶν , Σάρδεις masc/neut gen pl Σαρδιανός fem gen pl Σαρδιανός masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδιανόν — Σαρδιᾱνόν , Σάρδεις masc acc sg Σαρδιᾱνόν , Σάρδεις neut nom/voc/acc sg Σαρδιανός masc acc sg Σαρδιανός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Oreibasios — (lat. Oribasius; altgr.: ᾽Оρειβάσιος Σαρδιανός * um 325 in Pergamon (wohl nicht in Sardeis); † 403) war ein bedeutender spätantiker Arzt, Medizinhistoriker und Schüler des alexandrinischen Dogmatikers Zenon von Kypros. Leben Der Grieche und Heide …   Deutsch Wikipedia

  • Oribasius — Oreibasios (lat. Oribasius; altgr.: ᾽Оρειβάσιος Σαρδιανός * um 325 in Pergamon (wohl nicht in Sardeis); † 403) war ein bedeutender spätantiker Arzt, Medizinhistoriker und Schüler des alexandrinischen Dogmatikers Zenon von Kypros. Leben Der… …   Deutsch Wikipedia

  • Σαρδιανικός — ή, όν, Α [Σαρδιανός] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Σαρδιανό ή στις Σάρδεις («ἵνα μή σε βάψω βάμμα Σαρδιανικόν», Αριστοφ.) …   Dictionary of Greek

  • Σαρδιαναί — Σαρδιᾱναί , Σάρδεις fem nom/voc pl Σαρδιανός fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδιανοῖς — Σαρδιᾱνοῖς , Σάρδεις masc/neut dat pl Σαρδιανός masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδιανοί — Σαρδιᾱνοί , Σάρδεις masc nom/voc pl Σαρδιανός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.